«Υπηρέτης δύο Αφεντάδων»

Ο “Υπηρέτης δύο αφεντάδων“, έργο του Ιταλού συγγραφέα Γκολντόνι (1707-1793) και τη σκηνοθέτησε ο Γιάννης Κακλέας. Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος ερμηνεύει τον πρωταγωνιστικό ρόλο ενός λαϊκού, φτωχού ανθρώπου, του Τρουφαλντίνο, ο οποίος έχει την τύχη- ατυχία, να δουλεύει για δύο αφεντικά.

Το θέμα να υπηρετείς δύο αφεντικά είναι από μόνο του εξαιρετικά δύσκολο και περίπλοκο. Για έναν ιδιοφυή συγγραφέα, όπως ο Γκολντόνι, είναι “βούτυρο στο ψωμί του”, για να δημιουργήσει άφθονες κωμικές καταστάσεις. Παρ’ όλα αυτά, ο Ιταλός συγγραφέας έχει καταφέρει να αξιοποιήσει με φαντασία μεγάλη το εύρημα αυτό, βάζοντας τον Τρουφαλντίνο να γίνεται υπηρέτης δύο αφεντάδων, που όχι μόνο γνωρίζονται μεταξύ τους, αλλά και που ζουν ένα μεγάλο ερωτικό δράμα.

Ο Φλορίντο (Γιώργος Χρυσοστόμου) και η Βεατρίκη (Φαίη Ξυλά) ερωτεύονται παράφορα. Ωστόσο, ο αδερφός της Βεατρίκης δε συμφωνεί με το ρομάντζο αυτό και συγκρούεται. Μετά από έναν άγριο καυγά, ο Φλορίντο μαχαιρώνει τον αδερφό της αγαπημένης του και τον φονεύει (όπως κι ο Άμλετ τον πατέρα της δικής του αγαπημένης, της Οφηλίας). Ο δολοφόνος εγκαταλείπει το Τορίνο, για την Βενετία, προκειμένου να γλιτώσει τις συνέπειες του εγκλήματός του. Και η Βεατρίκη ντύνεται άντρας και προσποιείται τον αδερφό της. Πηγαίνει κι αυτή στην Βενετία, για να βρει τον αγαπημένο της και να του πει πόσο τον αγαπάει.

“Τυχαίνει” λοιπόν και οι δύο ερωτευμένοι να προσλάβουν τον ίδιο υπηρέτη, τον συμπαθή, αλλά ανεύθυνο Τρουφαλντίνο. Αυτός, εκτός του ότι κρατάει- όπως είναι εύλογο- μυστικό και από τα δύο αφεντικά του ότι δουλεύει και για κάποιον άλλο παράλληλα, με τις γκάφες του προκαλεί τόσα μπερδέματα και παρεξηγήσεις, που κοντεύει να τους στείλει στην αυτοκτονία. Φυσικά, τρώει και ξύλο από τους αριστοκράτες, που έχουν το δικαίωμα να χτυπούν τον απλό ανθρωπάκο. Όμως, ο υπηρέτης δύο αφεντάδων τα βγάζει πέρα και στο τέλος θριαμβεύει, έστω και αν όλοι τον κυνηγούν.

Έρως ανίκατε μάχαν!
Εκτός από τον Τρουφαλντίνο, θριαμβεύει και ο έρωτας. Οι δύο ερωτευμένοι, όχι μόνο δεν αυτοκτονούν, αλλά τυχεροί μες την ατυχία τους, συναντιούνται και τα λύνουν όλα, για να ζήσουν τον μεγάλο έρωτά τους. Οικογένειες και αριστοκρατικές αντιπαλότητες πηγαίνουν στην άκρη, προκειμένου να επικρατήσει το συναίσθημα. Αν σκεφτούμε μάλιστα πως η γυναίκα είναι αυτή που θυσιάζει την οικογενειακή τιμή στο βωμό του έρωτα, μπορούμε να εντοπίσουμε τον απελευθερωτικό χαρακτήρα του έργου.

Ένα άλλο στοιχείο που πρέπει να τονισθεί είναι ο δραματικός χαρακτήρας της κωμωδίας. Θα μπορούσε, αν δεν είχε happy end, να εξελιχθεί σε μια ερωτική τραγωδία, τύπου Ρωμαίος και Ιουλιέττα. Όπως ο “Οθέλλος” και το “Πολύ κακό για το τίποτα” παρουσιάζουν πολλά κοινά σημεία στην υπόθεσή τους κι όμως το ένα εκτυλίσσεται σε ένα φοβερό δράμα, ενώ το άλλο σε κωμωδία. Κωμωδία με έντονα τραγικά στοιχεία- στο βαθμό του θρίλερ- είναι και ο ” Έμπορος της Βενετίας”, με τον Εβραίο τοκογλύφο Σάιλοκ να μην είναι πολύ καλύτερος από τον Ιάγο. Για να μη μιλήσουμε για ένα από τα αρχέτυπα της υποκρισίας και του κακού, τον Ταρτούφο, επίσης κωμικό χαρακτήρα.

Βλέπουμε λοιπόν ότι δραματικά στοιχεία εισρέουν μαζικά σε κωμικά έργα, όπως και κωμικά σε τραγωδίες. Συχνά το φινάλε προσδιορίζει το αν μία υπόθεση θα γίνει κωμωδία ή τραγωδία. Κατά τα άλλα, πολλές “κλασικές” πλέον κωμωδίες και τραγωδίες  μοιάζουν να μοιράζονται κοινά υλικά. Παράφορους έρωτες και πάθη που ξεπερνούν τις κανονικότητες της εποχής, παρεξηγήσεις είτε σκόπιμες- από κακόβουλους χαρακτήρες- είτε τυχαίες από τα μπλεξίματα ενός ανθρωπάκου σαν τον Τρουφαλντίνο.

Ο Τρουφαλντίνο ακολουθεί το κωμικό αρχέτυπο του πάμφτωχου αλητάκου της κωμωδίας, με τον οποίο μπορεί να ταυτισθεί το ευρύ κοινό, αλλά και του καρπαζοεισπράκτορα. Παρά το ξύλο που τρώει και τις πολλές ευθύνες που τον καταβάλλουν σωματικά, δεν πτοείται ιδιαίτερα. Σκληραγωγημένος από τις στερήσεις και με μόνο γνώμονα του την ανάγκη για επιβίωση μέσα σε μια δύσκολη πραγματικότητα, αποδεικνύεται ικανός να υπερκεράσει με την καπατσοσύνη του και την ελαφρότητά του όλες τις αντιξοότητες, αλλά και να κερδίσει την καρδιά της αγαπημένης του, μιας νόστιμης υπηρέτριας.

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Κακλέας δημιούργησε για το έργο αυτό μια όμορφη φαντασμαγορία με πολλά χορευτικά, video-wall, επιβλητικά σκηνικά και φορέματα των χορευτών, που ταιριάζουν στο ύφος του βενετσιάνικου καρναβαλιού. Παράλληλα, τίμησε το απελευθερωτικό πνεύμα του διαφωτισμού, τονίζοντας την αγάπη για τη ζωή και για τον άνθρωπο, με τον έρωτα που θριαμβεύει, αλλά και έναν ταπεινό πρωταγωνιστή, που κινείται με ευελιξία στα αυστηρά ιεραρχημένα κοινωνικά στρώματα της εποχής.

Εκτός από το να μεταφέρει με επιτυχία το έργο στη σύγχρονη εποχή, ενέταξε με ευρηματικότητα στοιχεία της κινηματογραφικής τέχνης στην παράστασή του. Λάτρης άλλωστε του κινηματογράφου, κατάφερε να μετατρέψει τη μουσική της παράστασης σε ένα πολύ λειτουργικό soundtrack, αλλά και να ενσωματώσει στοιχεία της κινηματογραφικής γραφής, αλλά και στυλ χαρακτηριστικά μεγάλων σκηνοθετών του σινεμά, στο συγκεκριμένο έργο.

Ως προς τις ερμηνείες, ο κύριος πρωταγωνιστής, ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, είχε τον πλέον αβανταδόρικο ρόλο, αυτόν του Τρουφαλντίνο. Καθώς το νόμισμα έχει δύο όψεις, αυτός ο ρόλος είχε και τη μεγαλύτερη ευθύνη, όπως και τη μεγαλύτερη σωματική κόπωση. Ο Χαραλαμπόπουλος δεν αντεπεξήλθε απλώς, αλλά κυριάρχησε στην σκηνή, δείχνοντας το μεγάλο ταλέντο του. Δικαίως εισέπραξε το μεγαλύτερο μερίδιο του χειροκροτήματος. Εξαιρετικός ήταν επίσης και ο Γιώργος Χρυσοστόμου, στον ρόλο του ερωτευμένου δολοφόνου, καταφέρνοντας σε πολλά σημεία να “φωτίσει την τρέλα” του συγκεκριμένου χαρακτήρα με έναν τρόπο που μόνο αυτός μπορεί να το κάνει. Πολύ καλές ήταν και οι ερμηνείες των Αλέξανδρου Μυλωνά και Κίμωνα Φιορέτου, σε μια παράσταση που, έτσι κι αλλιώς, δεν είχε υστερήσαντες.

Γενικά, ήταν μια ωραία βραδιά για το Ηρώδειο και για το Φεστιβάλ Αθηνών. Μια κλασική κωμωδία ενός μεγάλου Ιταλού συγγραφέα, που υπηρετήθηκε με τρόπο σύγχρονο, ώστε να μην εκβιάζει το γέλιο, αλλά να το προσφέρει απλόχερα.

Γιώργος Σμυρνής

Σχολιάστε